Αγγελική Δεληκάρη

Επίκ. Καθηγήτρια της Μεσαιωνικής Ιστορίας των Σλαβικών Λαών
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Το 1018 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ o Βουλγαροκτόνος κατέλυσε το κράτος του Σαμουήλ (976-1018) και ενσωμάτωσε τα εδάφη του στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, δημιουργώντας το θέμα Βουλγαρίας με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Ως εκκλησιαστική έδρα του θέματος επέλεξε την Αχρίδα, ιδρύοντας ταυτόχρονα και την αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή Αχρίδος. Αυτό σήμαινε ότι ο νέος αυτός εκκλησιαστικός οργανισμός υπαγόταν απευθείας στον αυτοκράτορα και όχι στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, απολαμβάνοντας ανάλογο καθεστώς με την αρχιεπισκοπή Κύπρου. Μάλιστα η έδρα της, δηλαδή η πόλη της Αχρίδος, ταυτιζόταν με την αρχαία και βυζαντινή Λυχνιδό που ήταν γνωστή βυζαντινή επισκοπή ήδη πριν από τον 4ο αιώνα.

Προκειμένου να καθορίσει τα όρια και τη δικαιοδοσία της αρχιεπισκοπής Αχρίδος ο αυτοκράτορας εξέδωσε τρία σιγίλλια  μεταξύ των ετών 1019 και 1025. Στην ενέργεια αυτή προέβη μετά από σχετικό αίτημα του πρώτου αρχιεπισκόπου Αχρίδος, του Ιωάννη, που ήταν σλαβικής καταγωγής. Αν και δυστυχώς δεν σώζεται το πρωτότυπο των σιγιλλίων του Βασιλείου Β΄, ωστόσο το κείμενό τους παραδίδεται εμβόλιμο σε χρυσόβουλλο λόγο του Μιχαήλ Η΄ (που χρονολογείται το έτος 1272 ή 1273).

Στα σιγίλλια του Βασιλείου Β΄ καταγράφονται αναλυτικά οι επισκοπές που ανήκαν στη δικαιοδοσία της Αχρίδος. Πρόκειται για τις επισκοπές Καστοριάς, Γλαβενίτζης, Μογλαινών, Στρουμμίτζης, Βουτέλεως, Μωροβίσδου, Βελεβουσδίου, Τριαδίτζης, Νύσσης, Βρανίτζεβου, Βελεγράδων, Σιρμίου, Σκοπίων, Πριζρένης, Λιπαινίου, Σερβίων , Δρίστρας, Βιδύνης, Ράσου, Ωραίας, Τζερνίκου, Χιμαίρας, ακολουθεί η μητρόπολη Δυρραχίου, η επισκοπή Δρυϊνουπόλεως, στη συνέχεια υπάρχει το δυσανάγνωστο όνομα μιας επισκοπής, και τέλος οι επισκοπές Βοθρωτού, Ιωαννίνων, Κοζίλης, Πέτρου, Ριγών, Σταγών και Βερροίας.

Ουσιαστικά ο Βυζαντινός αυτοκράτορας προσπάθησε να συμπεριλάβει εκκλησιαστικά το σύνολο των εδαφών που κατέκτησε σε μια εκκλησιαστική αρχή. Η ενέργειά του αυτή μάλλον οφειλόταν σε καθαρά πολιτικούς λόγους, και ο ίδιος αποσκοπούσε μέσω ενός συγκροτημένου, αυτοκέφαλου (αλλά περιορισμένου σε σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο) εκκλησιαστικού καθεστώτος να πετύχει και τον βαθμιαίο εκβυζαντινισμό ολόκληρου του πληθυσμού της περιοχής αυτής. Βέβαια με τον τρόπο αυτόν ανέθετε στον αρχιεπίσκοπο Αχρίδος ένα μεγάλο έργο, καθώς η περιοχή του ποιμνίου του εκτεινόταν προς βορρά μέχρι τον Δούναβη, προς νότο έως τη Θεσσαλία, ανατολικά έφτανε στη Ρίλα και δυτικά στην Αδριατική θάλασσα (περιλαμβάνοντας έτσι εδάφη του πρώην βουλγαρικού κράτους, της Σερβίας και της Αλβανίας). Ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος, αν και ήταν κατοχυρωμένος με βάση τα σιγίλλια να ασκεί δικαιοδοσία σε μια τόσο ευρεία περιοχή, είναι πολύ πιθανόν, εξαιτίας της μεγάλης απόστασης πολλών επισκοπών από την έδρα του, να περιοριζόταν ίσως στην εκλογή των αρχιερέων του στις πιο απομακρυσμένες από αυτές και να παρεμβαίνει, μόνον εφόσον προέκυπταν σοβαρά προβλήματα, καθώς και να συμβουλεύει τους αρχιερείς του, όταν υπήρχε ανάγκη. Σίγουρα οι απομακρυσμένοι επίσκοποι της Αχρίδος δεν θα είχαν τη δυνατότητα να παρευρίσκονται συχνά, ίσως και ποτέ, σε συνόδους της αρχιεπισκοπής και να λαμβάνουν αποφάσεις από κοινού με τους υπόλοιπους αρχιερείς της.

Η αρχιεπισκοπή όλους αυτούς τους αιώνες της παρουσίας της άλλαζε συχνά σύνορα, αφού περιελάμβανε συνοριακές περιοχές του βυζαντινού κράτους, μερικές από τις οποίες έπαυαν για κάποια διαστήματα να βρίσκονται υπό βυζαντινό έλεγχο και περνούσαν στα χέρια ξένων ηγεμόνων. Επίσης επρόκειτο για περιοχές του Ιλλυρικού, στις οποίες η Ρώμη προσπαθούσε συνεχώς να προσεταιριστεί τους ηγεμόνες τους και να τους αποκόψει από το ορθόδοξο δόγμα. Γι’ αυτό, τουλάχιστον τους δύο πρώτους αιώνες, η επιλογή των αρχιεπισκόπων Αχρίδος αποτελούσε σημαντικό μέλημα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Επιλέγονταν πρόσωπα μορφωμένα που έχαιραν πλήρους εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα και ανήκαν στο στενό περιβάλλον της αυτοκρατορικής Αυλής. Βέβαια από τον 13ο αιώνα δεν ισχύει πάντα αυτό εξαιτίας της λατινικής κατάκτησης της Κωνσταντινουπόλεως, της πρόσκαιρης αύξησης της ακτινοβολίας του κράτους της Ηπείρου αλλά και της κατάκτησης εδαφών της αρχιεπισκοπής από ξένους (Βούλγαρους και Σέρβους ηγεμόνες). Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως πάντως θεωρούσε ότι οφείλει να ασκεί έλεγχο, όσον αφορά την επιλογή των προκαθημένων της Αχρίδος. Οι αρχιεπίσκοποι Αχρίδος εκτός από τη δράση τους ως εκκλησιαστικοί άνδρες διακρίθηκαν ιδιαίτερα για το συγγραφικό έργο και την υπεράσπιση των δικαίων της Ορθοδοξίας. Ο διάδοχος του πρώτου αρχιεπισκόπου Αχρίδος, Ιωάννη, ο Λέων (περί το 1037-†1055/1056), συμμετείχε ενεργά στη διένεξη μεταξύ της Κωνσταντινουπόλεως και της Ρώμης σχετικά με τη διαμάχη για τα άζυμα. Ο Θεοφύλακτος Αχρίδος (περί το 1089 ή 1092-†1126), μια από τις σημαντικότερες και πολυγραφότατες προσωπικότητες που αρχιεράτευσαν εκεί, συνέγραψε ανάμεσα σε πολλά έργα και τον εκτενή Βίον του Αγίου Κλήμη, το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου κείμενο σχετικά με την κυριλλο-μεθοδιανή αποστολή στη Μεγάλη Μοραβία και την πρόσληψη της κληρονομιάς της στην περιοχή της Αχρίδος, όπως επίσης και το Μαρτύριο των εν Τιβεριουπόλει μαρτυρησάντων. Κατά την αρχιερατεία του Ιωάννη Κομνηνού (περί τα έτη 1140-1164) , που ήταν γόνος της γνωστής βυζαντινής αυτοκρατορικής οικογένειας  η αρχιεπισκοπή ταυτίστηκε με την παλαιά αρχιεπισκοπή Πρώτης Ιουστινιανής. Αν και η σύνδεση ήταν εσφαλμένη το κύρος και η αίγλη της αρχιεπισκοπής αυξήθηκαν. Μέσα από το πολύ σημαντικό έργο και την αλληλογραφία ενός από τους γνωστότερους αρχιεπισκόπους Αχρίδος, διαπρεπούς κανονολόγου της εποχής, του Δημητρίου Χωματηνού (περί το 1216-περί το 1236), μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει όχι μόνο την εκκλησιαστική αλλά και την κοινωνική ιστορία της αρχιεπισκοπής. Οι σχέσεις του με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής και ξένους ηγεμόνες, όπως ο Θεόδωρος Δούκας, ηγεμόνας του κράτους της Ηπείρου, ο Στέφανος Νιέμανιτς, ο Στέφανος Radoslav και άλλοι, φανερώνουν την εκτίμηση που έτρεφαν προς το πρόσωπο του αρχιεπισκόπου αλλά και τον φόβο ορισμένων από τη διεθνή ακτινοβολία της αρχιεπισκοπής.

Στον ναό της Θεοτόκου Περιβλέπτου (1294/1295) της Αχρίδος μπορεί κάποιος να θαυμάσει την απεικόνιση του αρχιεπισκόπου Αχρίδος Κωνσταντίνου Καβάσιλα με τον Κλήμη Αχρίδος. Ο Κωνσταντίνος Καβάσιλας υπήρξε μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες που έδρασε για αρκετά χρόνια στην εκκλησιαστική περιφέρεια της Αχρίδος, αρχικά ως επίσκοπος Γρεβενών, έπειτα ως επίσκοπος Τιβεριουπόλεως [= Στρουμίτζης], στη συνέχεια ως μητροπολίτης Δυρραχίου και τέλος ως αρχιεπίσκοπος Αχρίδος. Ανήλθε δύο φορές στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αχρίδος (την πρώτη κατά τη βασιλεία του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρη (1254-1258) και τη δεύτερη κατά τη βασιλεία του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282), και, όπως φαίνεται, αγιοποιήθηκε μάλλον πολύ γρήγορα.

Η κατασκευή του άμβωνα του ναού της Αγίας Σοφίας στην Αχρίδα συνδέεται με τον αρχιεπίσκοπο Γρηγόριο Α΄ (μάλλον ήδη από τις αρχές του 1312 έως τα τέλη του 1314/αρχές του 1315 ή κατ’ άλλους 1332). Εκεί στους κίονες διακρίνονται τέσσερα μονογράμματα μέσα σε κύκλους, στα δύο από τα οποία διαβάζεται Γριγόριος ή Γριγόριως, ενώ στα άλλα δύο αρχιεπίσκοπος Βουλγάρων.

Κατά την περίοδο της σερβικής κατοχής της Αχρίδος οι σχέσεις της αρχιεπισκοπής με τον Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν φαίνεται πως ήταν αρμονικές. Ο αρχιεπίσκοπος Νικόλαος (1334?-1365)  εγκαινίασε μια νέα περίοδο συνεργασίας και εμπιστοσύνης με τους Σέρβους. Στην κτητορική απεικόνιση (χρονολογείται μεταξύ των ετών 1347-1350) στο παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας της Αχρίδος, ο αρχιεπίσκοπος Νικόλαος εμφανίζεται να μεσολαβεί στον Ιωάννη Πρόδρομο, παρουσιάζοντας τον Ιωάννη Ολίβερο (διοικητή της Αχρίδος) και τα μέλη της οικογένειάς του (τη σύζυγό του Άννα-Μαρία και τους γιους του, Damjan και μάλλον τον Krajko).

Την κτητορική δραστηριότητα του Νικολάου φαίνεται ότι συνέχισε ο διάδοχός του Γρηγόριος Β΄ (1364/1365-1378), όπως προκύπτει από δύο επιγραφές, στις οποίες εμφανίζεται το όνομά του. Η πρώτη βρίσκεται πάνω από την πύλη του παρεκκλησίου της βόρειας πτέρυγας της εκκλησίας της Θεοτόκου Περιβλέπτου, το οποίο είναι αφιερωμένο στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και χρονολογείται το έτος 1364/1365. Ο Γρηγόριος μνημονεύεται εκεί ως αρχιεπίσκοπος Πρώτης Ιουστινιανής. Επίσης στην εκκλησία του παλαιού Αγίου Κλήμη στη συνοικία Bolnička στην κτητορική επιγραφή (έτος 1378) που βρίσκεται πάνω από τη νότια πύλη στη μέσα πλευρά της διαβάζουμε ότι ο ναός αυτός οικοδομήθηκε και ανιστορήθηκε κατά την αρχιερατεία του παναγιωτάτου αρχιεπισκόπου Πρώτης Ιουστινιανής και πάσης Βουλγαρίας κυρ Γρηγορίου, όταν διοικητής της πόλης Αχρίδος ήταν ο Andrea Gropa.

Θα μπορούσε κάποιος να μιλά ώρες ολόκληρες για τη δράση των αρχιεπισκόπων Αχρίδος όλους αυτούς τους αιώνες, για τη διεθνή ακτινοβολία της αρχιεπισκοπής και για τους τίτλους των αρχιεπισκόπων που απεικόνιζαν τη δικαιοδοσία τους είτε την πραγματική είτε την πλασματική. Σκοπός των αρχιεπισκόπων ήταν η προβολή της Αχρίδος σε έναν ευρύ χώρο στα Βαλκάνια και η ανάκληση στη μνήμη του ενδόξου παρελθόντος της εκκλησιαστικής περιφέρειάς τους. Σε μία ποιμαντορική επιστολή του αρχιεπισκόπου Ζωσιμά Αχρίδος στις 11 Ιουνίου του 1708 σχετικά με μια δωρεά του Μεγάλου Κομίσου της Ουγγροβλαχίας κυρίου Γεωργίου Καστριώτη, χρησιμοποιείται ένας εκτενής αρχιεπισκοπικός τίτλος: Ζωσιμᾶς ἐλέῳ θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος τῆς ᾱ Ἰουστινιανῆς Ἀχριδῶν καὶ πάσης Βουλγαρίας, Δακίας Μεδιτερρανῶν, Ῥιπενσίας, Πραιβαλίας, Δαρδανίας, Μυσίας τε ἀνωτέρω καὶ τῶν λοιπῶν πατριάρχης. Η αναφορά των επαρχιών αυτών παραπέμπει στη Νεαρά 11 (του έτους 535) του Ιουστινιανού Α΄, με την οποία ο Βυζαντινός αυτός αυτοκράτορας ίδρυε την αρχιεπισκοπή της Πρώτης Ιουστινιανής. Εκεί καταγράφονται όλες αυτές οι περιοχές του τίτλου του Ζωσιμά ως επαρχίες υποκείμενες στην Πρώτη Ιουστινιανή.

Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για τους κατεξοχήν αγίους της αρχιεπισκοπής Αχρίδος, τους μαθητές των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, άγιο Κλήμη και όσιο Ναούμ. Η αποστολή τους στην Αχρίδα από τον Βούλγαρο ηγεμόνα Βόρη Α΄ σηματοδοτεί την έναρξη της δεύτερης φάσης - αν μου επιτρέπεται αυτή η χρονική διάκριση - του εκπολιτιστικού έργου της κυριλλομεθοδιανής αποστολής στους Σλάβους. Αυτό που ο άγιος Κλήμης και ο όσιος Ναούμ επιχείρησαν να κάνουν στην περιοχή αυτή είναι ουσιαστικά να διασώσουν, να διαφυλάξουν και να μεταλαμπαδεύσουν τον σλαβικό πολιτισμό που δημιουργήθηκε στη Μεγάλη Μοραβία. Ο άγιος Κλήμης χειροτονήθηκε επίσκοπος Βελίτζης (σημερινό Βέλες) το έτος 893 ή 894 κατόπιν αιτήματος στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως του Βούλγαρου τσάρου Συμεών (893-927). Η πρώτη γνωστή μνεία του Κλήμη ως επισκόπου Βελίτζης εντοπίζεται στον κώδικα Assemanianus (μέσα του 11ου αιώνα). Εκεί σημειώνεται ότι στις 27 Ιουλίου, ημέρα μνήμης του αγίου Παντελεήμονα, τιμάται επίσης και ο άγιος Κλήμης Βελίτσης (Klimenta episkopa Velič’skago). Αν και δεν έλαβε ποτέ τον τίτλο της αρχιεπισκοπής Αχρίδος, για τον απλούστατο λόγο ότι στην εποχή του δεν υφίστατο η αρχιεπισκοπή, αλλά ούτε και τον τίτλο της βυζαντινής επισκοπής Λυχνιδού, ωστόσο η περιοχή της δικαιοδοσίας του ήταν πολύ εκτεταμένη και η σημαντικότερη πόλη της επισκοπής του ήταν η Αχρίδα. Η αναδρομική χρήση του τίτλου του αρχιεπισκόπου Αχρίδος όσον αφορά τον άγιο Κλήμη, σχετίζεται με το ιεραποστολικό, το ποιμαντορικό, το κτητορικό και το συγγραφικό έργο του στην περιοχή της Αχρίδος. Τόσο στην καρδιά του ποιμνίου του, όσο και των μετέπειτα αρχιεπισκόπων Αχρίδος διατηρήθηκε ζωντανή η μνήμη του ως του πρώτου ποιμένα της αρχιεπισκοπής. Ήταν τιμή και ευλογία για τους αρχιεπισκόπους να συμπεριλαμβάνουν τον άγιο στους προκατόχους τους, να τον απεικονίζουν στις τοιχογραφίες των εκκλησιών της, να ζητούν από αυτόν βοήθεια και φώτιση να συνεχίσουν το έργο τους εκεί.

Με την κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Οθωμανούς και την προσωρινή κατάργηση των Εκκλησιών της Βουλγαρίας και της Σερβίας, φαίνεται ότι αναβαθμίστηκε ο ρόλος της αρχιεπισκοπής Αχρίδος, αφού πιθανότατα περιέλαβε εκ νέου στη δικαιοδοσία της μερικά από τα εδάφη που είχε απολέσει κατά το παρελθόν. Γεγονός πάντως παραμένει ότι η αρχιεπισκοπή Αχρίδος κατόρθωσε να επιβιώσει από το 1018 έως σήμερα σε μια περιοχή που οι εξελίξεις στο πέρασμα του χρόνου δεν ήταν πάντοτε ευνοϊκές γι’ αυτήν. Ωστόσο πρέπει να γίνει αποδεκτό, ότι ούτε η βουλγαρική, ούτε η σερβική ούτε τέλος η οθωμανική κατοχή κατάφεραν να αλλοιώσουν ουσιαστικά τον χαρακτήρα, τη δράση αλλά κυρίως την ταυτότητά της. Έλληνες, Σλάβοι και άλλες εθνότητες συνυπήρξαν αρμονικά στον χώρο της αρχιεπισκοπής ανά τους αιώνες. Ευχόμαστε από καρδιάς μακροημέρευση και μακάρι το όραμα του ιδρυτή της να λειτουργήσει ως ενωτικός παράγοντας όλων των εθνών που βρέθηκαν κάτω από την πνευματική σκέπη της και να φωτίζει πάντα τον δρόμο της αγάπης και της συνεργασίας.